Έδαφος

 

Το Έδαφος

Η έννοια «έδαφος» γίνεται αντιληπτή με διαφορετικούς τρόπους από άτομα με διαφορετικά ενδιαφέροντα. Για πολλούς, το έδαφος είναι απλά το επιφανειακό στρώμα της ξηράς ανεξάρτητα από τα υλικά που το αποτελούν. Για έναν μηχανικό, ο όρος υποδηλώνει τα χαλαρά – κυρίως – υλικά της επιφάνειας που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως δομικά υλικά ή για την θεμελίωση κατασκευών.

Η (μάλλον) επικρατέστερη εκδοχή είναι αυτή όσων ασχολούνται εν γένει με την εδαφοπονία, σύμφωνα με την οποία «έδαφος είναι το από χαλαρά υλικά επιφανειακό τμήμα του στερεού φλοιού της γης στο οποίο αναπτύσσονται ή είναι δυνατόν να αναπτυχθούν φυτά».

Όλοι οι παραπάνω ορισμοί είναι πρακτικά λειτουργικοί, ανάλογα με τη σκοπιά υπό την οποία αντιμετωπίζεται κάθε φορά το έδαφος. Ένας πιο αυστηρός ορισμός του εδάφους, σύμφωνος με την αντίληψη των σχετικών ειδικών επιστημόνων είναι: «Έδαφος είναι το από χαλαρά υλικά ανώτερο στρώμα του φλοιού της γης το οποίο προήλθε από την αποσάρθρωση πετρωμάτων και την περαιτέρω διαφοροποίηση, στην ίδια ή σε άλλη θέση, του χαλαρού υλικού που προέκυψε από αυτήν».

Κύρια συστατικά του εδάφους

Ένας ορισμένος όγκος οποιουδήποτε εδάφους καταλαμβάνεται πάντοτε από στερεά συστατικά - ανόργανα και οργανικά – και από χώρους που περιέχουν αέρια (την εδαφική ατμόσφαιρα) και ένα αραιό υδατικό διάλυμα ανοργάνων κυρίως αλάτων (το εδαφικό διάλυμα).

Η κατ’ όγκον κατανομή των συστατικών αυτών είναι περίπου:

  • 45% ανόργανα στερεά συστατικά
  • 5% οργανικά στερεά συστατικά
  • 50% αέρια & υδατικό διάλυμα

Τα ανόργανα συστατικά του εδάφους ανάλογα με το μέγεθός τους κατατάσσονται σε:

  • Χάλικες (>2 mm)
  • Άμμος (2-0,02 mm)
  • Ιλύς (0,02-0,002 mm)
  • Άργιλλος (<0,002 mm)

Η ανωτέρω κατανομή των ανόργανων υλικών ορίζει τη μηχανική σύσταση του εδάφους. Η διάκριση των ανόργανων υλικών μπορεί να γίνεται με βάση το μέγεθος των σωματιδίων αλλά, κατά κανόνα, η διαφορά στο μέγεθος συνδέεται και με διαφορές στην πετρωματική προέλευση και την ορυκτολογική-χημική σύσταση. Το σύνολο άμμου, ιλύος και αργίλλου ορίζεται και ως «λεπτή γη». Βέβαια, υπό την επίδραση της υγρασίας και της οργανικής ύλης, σωματίδια διαφορετικού μεγέθους (συχνά μαζί και με χάλικες) σχηματίζουν μεγαλύτερα συσσωματώματα.

Με τον όρο «δομή» του εδάφους εννοούμε τόσο τη μορφή των συσσωματωμάτων όσο και την κατανομή τους σε κατηγορίες μεγέθους. Από φυσικοχημική άποψη, η άργιλλος είναι το «ενεργό» τμήμα του εδάφους, καθώς το μικρό μέγεθος των σωματιδίων ευνοεί την εκδήλωση πολλών σημαντικών ιδιοτήτων του εδαφικού υλικού. Γενικότερα, η μηχανική σύσταση και η δομή του εδάφους μπορούν να καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τις φυσικοχημικές του ιδιότητες.

Τα οργανικά συστατικά του εδάφους προέρχονται από υπολείμματα φυτών και ζώων τα οποία προστίθενται σε αυτό και αποτελούν το θρεπτικό – ενεργειακό υπόστρωμα για την ανάπτυξη των μικροοργανισμών του εδάφους. Τα μερικώς αλλοιωμένα ανθεκτικά οργανικά συστατικά μαζί με τα πιο απλά (οργανικά και ανόργανα) προϊόντα του μεταβολισμού των μικροοργανισμών αποτελούν τη χημική βάση του πολύ σημαντικού εδαφικού συστατικού που είναι γνωστό ως χούμος. Το νερό του εδάφους συγκρατείται σε αυτό κυρίως λόγω προσρόφησής του από την άργιλλο και με δυνάμεις επιφανειακής τάσης στους πόρους (τριχοειδές νερό). Οι δύο αυτοί μηχανισμοί συγκράτησης περιορίζουν κατά πολύ την ικανότητα του νερού να μετακινηθεί ή να συμμετέχει σε χημικές αντιδράσεις. Όσο λιγότερο νερό περιέχεται στο έδαφος, τόσο πιο ισχυρά συγκρατείται από αυτό.

Η ατμόσφαιρα του εδάφους καταλαμβάνει τους πόρους που είναι διαθέσιμοι (που δεν είναι κατειλημμένοι από το εδαφικό διάλυμα). Η αναπνοή των ριζών και η μικροβιακή δραστηριότητα καταναλώνουν το διαθέσιμο οξυγόνο και παράγουν διοξείδιο του άνθρακα. Αν δεν υπάρχουν μηχανισμοί αερισμού, το έδαφος θα καταστεί ακατάλληλο για την ανάπτυξη ανωτέρων φυτών.

 

Υποβάθμιση εδάφους

Η υποβάθμιση του εδάφους συνιστά σοβαρή απειλή για ολοένα και περισσότερες περιοχές του πλανήτη. Ως υποβάθμιση ορίζεται κάθε διαδικασία που οφείλεται σε ανθρωπογενείς παράγοντες και προκαλεί μείωση της παραγωγικότητας και της ωφελιμότητας του εδάφους. Μπορεί να αφορά σε μετατόπιση υλικών του εδάφους, αλλαγές στη σύσταση ή χειροτέρευση των ιδιοτήτων του. Έχει εκτιμηθεί ότι περίπου 2 δισεκατομμύρια εκτάρια γης επηρεάζονται από ανθρωπογενή υποβάθμιση του εδάφους.

Η αγροτική χρήση είναι μέρος του προβλήματος καθώς συνδέεται με φαινόμενα διάβρωσης, αλάτωσης, συμπίεσης (compaction), μείωσης οργανικής ύλης κλπ. Η μείωση της οργανικής ύλης και της βιοποικιλότητας και, συνεπώς, της γονιμότητας συχνά οφείλεται σε μη βιώσιμες γεωργικές πρακτικές, όπως π.χ. υπερσυγκομιδή, υπερβολικό σκάψιμο εύθραυστων εδαφών, καλλιέργεια φυτών που ευνοούν τη διάβρωση, συνεχής χρήση μηχανημάτων, πότισμα με ακατάλληλο νερό κλπ. Επίσης, η εντατικοποίηση της γεωργικής παραγωγής (που συνδέεται – εν μέρει – με την εφαρμογή της κοινής αγροτικής πολιτικής εντός της ΕΕ) μπορεί να επιταχύνει την απώλεια εδάφους μέσω διάβρωσης.

Ο βαθμός υποβάθμισης του κάθε εδάφους εξαρτάται από την ανοχή του στις διαδικασίες υποβάθμισης (βάσει των εγγενών χαρακτηριστικών του), τη χρήση της γης και τη διάρκεια χρήσης.

Η υποβάθμιση του εδάφους έχει σοβαρές συνέπειες και προς:

  • τον κύκλο του άνθρακα σε παγκόσμια κλίμακα, λόγω της μείωσης οργανικού φορτίου στο έδαφος και της απελευθέρωσης CO2 στην ατμόσφαιρα
  • τη ρυθμιστική ικανότητα του εδάφους (την ικανότητά του να κατακρατά ρύπους)
  • την ποιότητα της ατμόσφαιρας και των υδάτων
  • τη βιοποικιλότητα
  • την παραγωγή τροφής – τίθεται θέμα ασφαλούς βοσκής & ποιότητας κτηνοτροφικών προϊόντων
  • την ανθρώπινη υγεία

Στην υποβάθμιση του εδάφους περιλαμβάνεται και η φυσική απώλεια υλικού μέσω διάβρωσης λόγω νερού ή αέρα και η χειροτέρευση της ποιότητας των επιφανειακών στρωμάτων λόγω απώλειας θρεπτικών συστατικών ή ρύπανσης (χημικοί, φυσικοί ή βιολογικοί παράγοντες υποβάθμισης).

Η χημική υποβάθμιση περιλαμβάνει, κατά κύριο λόγο, την επιβάρυνση του εδάφους με ρύπους, την αύξηση της οξύτητάς του με τις ανάλογες επιπτώσεις στην κινητικότητα βλαβερών συστατικών & στοιχείων, την αλάτωση ή/και νατριωση, τις ανεπιθύμητες αλλαγές σε περιεχόμενο θρεπτικών υποστρωμάτων και τη μείωση της ρυθμιστικής ικανότητας του εδάφους. Φαινόμενα συμπίεσης, καταστροφής της δομής, υπερβολικής υγρασίας, δημιουργίας αεροστεγών επιφανειών (σφράγιση) και κρούστας κλπ εντάσσονται στη φυσική υποβάθμιση.

Η βιολογική υποβάθμιση αφορά στην ανισορροπία των βιολογικών δραστηριοτήτων λόγω απωλειών της οργανικής ύλης και της βιοποικιλότητας. Η οργανική ύλη και η βιοποικιλότητα μπορεί να μειώνονται λόγω διάβρωσης ή ρύπανσης, έχοντας αρνητική επίδραση στις εδαφικές λειτουργίες π.χ. τον έλεγχο ροής υδάτων και αερίων. Η μείωση της φυτοποικιλότητας λόγω υπερβολικής βοσκής, ρυπαντών, καλλιεργειών και εντομοκτόνων προκαλεί μείωση της μικροβιακής ποικιλότητας στο οικοσύστημα του εδάφους διαταράσσοντας την ομαλή λειτουργία του.

Κατά το παρελθόν, η προστασία του εδάφους γινόταν είτε έμμεσα (μέσω μέτρων και περιορισμών για την προστασία της ατμόσφαιρας και των υδάτων) είτε μέσω πολιτικών που αφορούσαν ένα στενό κύκλο (τοπικό ή εργασιών).

Στις μέρες μας, η έννοια της προστασίας του εδάφους περιλαμβάνει εκτός από το ίδιο το έδαφος και το ρόλο του σαν μέρος ενός ζωντανού και λειτουργικού οικοσυστήματος.

Το έδαφος είναι μη ανανεώσιμος φυσικός πλούτος που επιτελεί πολλές και περίπλοκες λειτουργίες.Οι πιο σημαντικές από αυτές είναι:

  • Παραγωγή τροφής και βιομάζας
  • Φιλτράρισμα υπογείων & βρόχινων υδάτων
  • Ρυθμιστικός παράγοντας για τη μετατροπή και μετακίνηση ουσιών μεταξύ ατμόσφαιρας – υπογείων υδάτων – φυτών.
  • Συγκράτηση πλημμυρών
  • Τα εδάφη ευνοούν την βιοποικιλότητα
  • Το έδαφος παρέχει μια πλατφόρμα για τις ανθρώπινες δραστηριότητες
  • Τα εδάφη αποτελούν στοιχεία της γεωοικονομικής και πολιτισμικής κληρονομιάς
  • Πηγή πρώτων υλών, νερού και ενέργειας

Η συμπερίληψη σχεδίων για μια θεματική στρατηγική σχετικά με την προστασία του εδάφους στο 6ο Πρόγραμμα Περιβαλλοντικής Δράσης και η υιοθέτηση μίας σχετικής οδηγίας της ΕΕ επικυρωμένης από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συνιστούν σημαντική πρόοδο.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέλυσε και περιέγραψε την απειλή που αντιμετωπίζει το έδαφος στην Ευρώπη σε ένα έγγραφο γνωστό ως «Towards a Thematic Stratefgy of Soil Protection» ή, πιο απλά, «Soil Communication». Επίσης, λαμβάνοντας υπόψην σχετικά προβλήματα και πολιτικές των κρατών-μελών, πρότεινε μια σειρά μέτρων προσανατολισμένων προς τον περιορισμό της υποβάθμισης του εδάφους. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν νομοθεσία σχετικά με την εκμετάλλευση ορυχείων, τα απόβλητα, τις λυματολάσπες και την κομποστοποίηση, μεταξύ άλλων. Η Θεματική Στρατηγική για την Προστασία του Εδάφους τελικά υιοθετήθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το Σεπτέμβριο του 2006 (EC, COM 2006 231 final). Σε αυτήν, προτείνεται στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και στο Ευρωκοινοβούλιο η αποδοχή μίας οδηγίας-πλαισίου. Η Θεματική Στρατηγική και η πρόταση στάλθηκαν σε άλλα ευρωπαϊκά ιδρύματα για περαιτέρω επεξεργασία. Η αποδοχή της Θεματικής Στρατηγικής από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο σήμανε την επίσημη αναγνώριση του προβλήματος της υποβάθμισης του εδάφους στην Ευρώπη και της σοβαρότητας του θέματος. Η Θεματική Στρατηγική ασχολείται κυρίως με τις απειλές της συμπίεσης, της σφράγισης, της διάβρωσης, της ρύπανσης, της απώλειας οργανικής ύλης και της βιοποικιλότητας, της αλάτωσης, των πλημμυρών και των κατακρημνίσεων.

Υποβάθμιση εδαφών στην Ευρώπη

Ανάλογα με τις τοπικές συνθήκες (τύπος εδάφους, κλίμα, βλάστηση, χρήσεις κλπ) μπορεί να εμφανίζεται διαφορετικής μορφής ή έντασης υποβάθμιση. Στην Ευρώπη, εξαιτίας της ανθρώπινης δραστηριότητας παρατηρείται αυξητική τάση μη αναστρέψιμων βλαβών στο έδαφος (κυρίως ρύπανση και διάβρωση). Η πιο συνηθισμένη μορφή φυσικής υποβάθμισης είναι η συμπίεση. Έχει αναφερθεί ότι το 32% των ευρωπαϊκών εδαφών είναι ιδιαίτερα επιρρεπές στη συμπίεση και το 18% μετρίως επιρρεπές. Σύμφωνα με άλλες πηγές, περισσότερο από το 1/3 των βαθύτερων στρωμάτων των εδαφών της Ευρώπης είναι επιρρεπές σε συμπίεση. Σε σχέση με την επιφανειακή συμπίεση, η σε βάθος συμπίεση δεν αντιμετωπίζεται εύκολα.

Στην Θεματική Στρατηγική (EC-COM 2006, EC-SEC 2006) τονίζεται ότι οι διεργασίες υποβάθμισης του εδάφους θα οδηγήσουν στην ερημοποίηση. Η ερημοποίηση μπορεί να «χτυπήσει» στην Ευρώπη χωρίς διακρίσεις (π.χ. βορρά ή νότο) και δεν συνδέεται αποκλειστικά με τη λάθος χρήση γης. Σε ξηρές ή άνυδρες περιοχές με εποχιακές και μη ομαλά κατανεμημένες βροχοπτώσεις, η έλλειψη νερού και οι λάθος πρακτικές ποτίσματος προκαλούν αλάτωση. Οι πιο επιβαρυμένες από το φαινόμενο της αλάτωσης περιοχές της Ευρώπης εντοπίζονται στη Ρουμανία, την Ουγγαρία, την Ιταλία, την Ισπανία, την Αλβανία, τη FYROM και την Ελλάδα.

Η περιοχή της Μεσογείου έχει χαρακτηριστεί ως ιδιαίτερα τρωτή εξαιτίας του ιδιαίτερου συνδιασμού κλιματολογικών συνθηκών – αναγλύφου του εδάφους – χαρακτηριστικών του εδάφους – γεωργίας – εκμετάλλευσης υδάτινων πόρων.

Τα περισσότερα εδάφη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν προβληματική σύσταση ως προς την οργανική ύλη. Σχεδόν το μισό ευρωπαϊκό έδαφος έχει χαμηλή περιεκτικότητα σε οργανική ύλη, κυρίως στο νότο αλλά και σε περιοχές της Γαλλίας, Μεγάλης Βρετανίας και Γερμανίας. Ο ρυθμός απώλειας οργανικού άνθρακα από το έδαφος λόγω της χρήσης γης και των κλιματικών αλλαγών εκτιμάται ότι είναι ισοδύναμος με το 10% των συνολικών εκπομπών από τη χρήση ορυκτών καυσίμων. Αυτό υπολογίζεται ότι αντιστοιχεί σε απώλεια του 0,6% του άνθρακα του εδάφους των ευρωπαϊκών οικοσυστημάτων κάθε χρόνο. Η απώλεια της οργανικής ύλης κατά τις τελευταίες δεκαετίες εκτιμάται σε 50% της αρχικής ποσότητας για τη ζώνη της Μεσογείου.

Επίσης, η απώλεια οργανικής ύλης, σε συνδιασμό με τη συμπίεση, έχει ως αποτέλεσμα και τη μείωση της ικανότητας του εδάφους να κατακρατεί νερό. Συνεπώς, αυξάνεται ο κίνδυνος εμφάνισης πλημμυρών. Η έντονη αστικοποίηση, ειδικά στη βόρεια και δυτική Ευρώπη, προκαλεί σφράγιση. Η επιφανειακή σφράγιση μειώνει την ικανότητα απορρόφησης και φιλτραρίσματος του νερού. Επίσης, παρά τα μέτρα που κατά καιρούς έχουν εφαρμοστεί ως προς τη διάθεση οργανικών αποβλήτων και τις εκπομπές αερίων ρύπων, υπάρχει σημαντικό πρόβλημα ρύπανσης των εδαφών στη δυτική Ευρώπη. Τα προβλήματα υποβάθμισης στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη είναι παρόμοια με αυτά της δυτικής (αν και η σφράγιση παρατηρείται σε μικρότερο βαθμό), με πιο διαδεδομένη μορφή υποβάθμισης τη διάβρωση που συνδέεται με λανθασμένες γεωργικές πρακτικές και την αποψίλωση δασών. Η ρύπανση των εδαφών προκύπτει, κυρίως, από τη χρήση αναποτελεσματικών τεχνολογιών και τις μη ελεγχόμενες εκπομπές ρύπων.

Στην κεντρική – ανατολική ευρώπη υπάρχουν υψηλές συγκεντρώσεις βαρέων μετάλλων στο έδαφος. Επίσης, μεγάλες εκτάσεις της πρώην ΕΣΣΔ έχουν υποστεί αλάτωση λόγω κακών πρακτικών άρδευσης και καλλιέργειας. Η λανθασμένη χρήση ανόργανων λιπασμάτων, εντομοκτόνων και βαρέων μηχανημάτων καταλήγει σε αύξηση του ρυθμού διάβρωσης, επιφανειακή ρύπανση, ρύπανση των υπογείων υδάτων και μείωση της γονιμότητας του εδάφους. Η ρύπανση του εδάφους λόγω τεχνητών ή φυσικών ραδιοϊσοτόπων είναι επίσης σημαντική. Έχει αποδειχθεί ότι ραδιοϊσότοπα που εκλύονται ή έχουν ήδη εκλυθεί από δοκιμές πυρηνικών όπλων, λανθασμένη διάθεση πυρηνικών αποβλήτων και το συμβάν στο Chernobyl συγκρατούνται για πολύ καιρό στο έδαφος.

Ρύπανση εδάφους

Η ρύπανση είναι πολύ σημαντική παράμετρος στην εκτίμηση της ποιότητας και βιωσιμότητας του εδάφους. Μπορεί να διακριθεί σε σημειακή και μη σημειακή (όπως και οι πηγές ρύπανσης, αντίστοιχα).

Η ρύπανση του εδάφους μπορεί να αναστείλει πολλές σημαντικές λειτουργίες του και να προκαλέσει δευτερογενή ρύπανση σε επιφανειακά και υπόγεια ύδατα.

Μη σημειακές πηγές

Σχετίζονται με ανθρώπινες δραστηριότητες που καλύπτουν ή επηρεάζουν άμεσα μεγάλες εκτάσεις. Η μη σημειακή ρύπανση του εδάφους προκύπτει από αερομεταφερόμενους ρύπους, ορισμένες γεωργικές πρακτικές (χρήσεις αστικών λυμάτων, ανοργάνων λιπασμάτων, εντομοκτόνων, fumigation) και ανεπαρκείς μεθόδους ανακύκλωσης ή διαχείρισης υδάτων και λυμάτων. Οι ρύποι μπορεί να μεταφέρονται στο έδαφος μέσω της βροχής και από εκεί (ή άμεσα) στα υπόγεια και επιφανειακά ύδατα. Προς το παρόν, τα σημαντικότερα προβλήματα μη σημειακής εδαφικής ρύπανσης αφορούν σε εναποθέσεις μέσω του αέρα ενώσεων που αυξάνουν την οξύτητα και ευνοούν την εμφάνιση ευτροφισμού όπως και πιθανά επιζήμιων χημικών, σε εναποθέσεις μέσω ρέοντων υδάτων ή μέσω διάβρωσης και στην άμεση χρήση ουσιών που ενδέχεται να περιέχουν βαρέα μέταλλα (μικροβιοκτόνα, λιπάσματα κλπ).

Τα βαρέα μέταλλα και οι υπερβολικές δόσεις αζώτου – που προέρχονται από προσπάθειες αύξησης της γεωργικής παραγωγής, π.χ. λιπάσματα – είναι τα κύρια στοιχεία εδαφικής ρύπανσης σε γεωργικές ζώνες. Μεταλλικά στοιχεία, όπως Hg, Cd, As, Pb, συσσωρεύονται σταδιακά προκαλώντας βλάβες στο οικοσύστημα του εδάφους. Με την εισχώρησή τους στην τροφική αλυσίδα προκαλούν μείωση της βιοποικιλότητας, υδατική ρύπανση και κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία. Συχνά, χρησιμοποιούνται λιπάσματα ή κοπριά σε υπερβολικές ποσότητες που διαταράσσουν την ισορροπία καθώς το έδαφος δεν έχει την ικανότητα να συγκρατήσει και να μετατρέψει όλα τα θρεπτικά συστατικά. Π.χ., ο κορεσμός του εδάφους σε άζωτο προκαλεί – τελικά – απώλεια νιτρικών (μορφή πρόσληψης από τα φυτά). Ίχνη εκπομπών από πηγές μη σημειακής ρύπανσης στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ έχουν εντοπιστεί ακόμα και σε απομακρυσμένες και απομονωμένες περιοχές, όπως π.χ. στην Ανταρκτική.

Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, η μεταφορά βαρέων μετάλλων μέσω του αέρα έχει πολύ βαρύνουσα σημασία: το 30-90% των μεταλλικών ρύπων που εκπέμπονται στην ατμόσφαιρα από μία ευρωπαϊκή χωρά καταλήγουν στο έδαφος κάποιας άλλης. Εξαιτίας της πολύ μεγάλης διασποράς που εμφανίζει αυτός ο τύπος ρύπανσης, ο χαρακτηρισμός, η χαρτογράφηση και οι τεχνικές αποκατάστασης απαιτούν πολύ λεπτομερή σχεδιασμό και εξειδικευμένες εγκαταστάσεις. Δεν είναι εύκολο να καθοριστούν ανώτατες αποδεκτές τιμές βαρέων μετάλλων στο έδαφος διότι η τοξικότητά τους και η βιοδιαθεσιμότητά τους δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη συγκέντρωσή τους αλλά και από άλλους περιβαλλοντικούς παράγοντες.

Στην Ευρώπη έχουν καθοριστεί ανώτατα όρια μόνο στις λυματολάσπες που προορίζονται για γεωργική χρήση (EU Directive 86/278/EC). Επίσης, είναι πολύ δύσκολο να καθοριστούν οι φυσιολογικές τιμές από τη στιγμή που τα περισσότερα ευρωπαϊκά οικοσυστήματα έχουν ήδη δεχτεί μεγάλες επιδράσεις από ανθρωπογενείς δραστηριότητες.

Σημειακές πηγές

Ως σημειακές πηγές ρύπανσης νοούνται οι τοπικές και διακριτές ρυπαντικές διεργασίες. Συνήθεις σημειακές πηγές ρύπανσης είναι οι μη λειτουργικές βιομηχανικές εγκαταστάσεις, οι μονάδες παραγωγής ενέργειας, τα βιομηχανικά ατυχήματα, η ανεξέλεγκτη διάθεση αστικών-γεωργικών-βιομηχανικών λυμάτων και οι μεταλλευτικές-μεταλλουργικές δραστηριότητες. Τέτοιου τύπου εστίες ρύπανσης μπορούν να προκαλέσουν σημαντικές βλάβες στην ανθρώπινη υγεία και στον περιβάλλοντα χώρο μέσω της απελευθέρωσης επιβλαβών ουσιών σε υδάτινους πόρους, την πρόσληψή τους από τα φυτά ή την άμεση επαφή με τους ανθρώπους.

Οι πιο σημαντικοί ρύποι που απελευθερώνονται από σημειακές πηγές είναι τα βαρέα μέταλλα, διάφοροι οργανικοί ρύποι (π.χ. χλωριομένοι υδρογονάνθρακες) και ορυκτέλαια. Η διασπορά των ρύπων ακολουθεί μία φυσιολογική ροή, με τις συγκεντρώσεις των ρύπων να μειώνονται – κατά κανόνα – όσο αυξάνεται η απόσταση από την εστία ρύπανσης.

Υπάρχουν πολλές πηγές σημειακής ρύπανσης σε όλη την Ευρώπη. Οι εκτιμήσεις για το πλήθος των εστιών σημειακής ρύπανσης στην Ευρώπη των 15 κρατών-μελών (πριν τη διεύρυνση της ευρωζώνης και την ένταξη χωρών από την κεντρική και ανατολική Ευρώπη) κυμαινόντουσαν μεταξύ 300.000 και 1.500.000. Οι μεγαλύτερες και μάλλον πιο επηρεασμένες περιοχές εστιάζονται στη βορειοδυτική Ευρώπη, σε μία ζώνη που ξεκινάει από το Nord-Pas de Calais στη Γαλλία και καταλήγει στην περιοχή Rhein-Rhur της Γερμανίας, συμπεριλαμβάνοντας το Βέλγιο, την Ολλανδία και το νότιο τμήμα της Αγγλίας. Υπάρχουν περίπου 3.000 προβληματικές περιοχές όπου βρίσκονται εγκαταλελειμμένα στρατόπεδα, εργοστάσια και χώροι αποθήκευσης τα οποία ενδέχεται να απελευθερώνουν ακόμη ρύπους προκαλώντας σοβαρά προβλήματα στον υδροφόρο ορίζοντα και στην υγεία των περιοίκων. Οι επιβαρυμένες περιοχές στην Ουκρανία καλύπτουν περίπου 5 εκατομμύρια εκτάρια, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και βιομηχανικές ζώνες, και στη Λιθουανια περίπου 3.000.000 εκτάρια.

Στη μεταλλουργική & μεταλλευτική βιομηχανία – που είναι από τους πιο επιβαρυντικούς παράγοντες στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη – ο κίνδυνος ρύπανσης προέρχεται από την αποθήκευση μεταλλευμάτων πλούσιων σε θείο και βαρέα μέταλλα και από τη χρήση αντιδραστηρίων κατά την επεξεργασία των προϊόντων (π.χ. εξευγενισμός με χρήση κυανιούχων).

Η ταφή σκουπιδιών είναι, επίσης, μία πιθανή εστία ρύπανσης, ειδικά όταν δεν ικανοποιούνται οι απαιτήσεις της ανάλογης ευρωπαϊκής οδηγίας (Directive 1999/31/EC).

Η χρήση κοπριάς, λυματολάσπης και προϊόντων κομποστοποίησης προκαλεί τοπική ατμοσφαιρική ρύπανση (αμμωνία, αρωματικά) και μη σημειακή ρύπανση (π.χ. νιτρικά που καταλήγουν σε υπόγεια ύδατα).

Μία αναφορά σχετική με το υπάρχον καθεστώς ρύπανσης του εδάφους στα πλαίσια της Θεματικής Στρατηγικής για την Προστασία του Εδάφους κατέληξε στα εξής συμπεράσματα:

  1. Στα πλαίσια μιας προσπάθειας για την προστασία από τη ρύπανση πρέπει να λαμβάνεται υπόψην όλο το σύστημα εδάφους-νερού-ιζημάτων και για ο καθορισμός καταλλήλων μέτρων πρέπει να συνδέεται με κάθε πιθανή χρήση γης, ιδιαίτερα στις αστικές περιοχές.
  2. Οι κλιματικές αλλαγές θα επηρεάζουν – μέσω τις επίδρασής του κλίματος στη ροή υδάτων και στο status της οργανικής ύλης του χώματος – τη βιοδιαθεσιμότητα και τη διασπορά των ρύπων.
  3. Είναι αναγκαίο να θεσπιστούν οδηγίες και κανονισμοί σε σχέση με τη χρήση υλικών σε γεωργία και δασοκομία και να δοθούν κίνητρα υπέρ της μείωσης της εκπομπής ρύπων.
  4. Θα πρέπει να υπάρξει συντονισμός σε παγκόσμια κλίμακα για την αντιμετώπιση της μη σημειακής ρύπανσης.
  5. Η πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού είναι καθοριστικός παράγοντας για την προστασία του εδάφους.
  6. Θα πρέπει να δημοσιοποιούνται δεδομένα που αφορούν πιθανούς κινδύνους για το περιβάλλον.

Από τη στιγμή που δεν υπάρχει – ακόμη – Ευρωπαϊκή νομοθεσία σε άμεση συνάρτηση με το πρόβλημα της ρύπανσης του εδάφους είναι αναγκαίο να θεσπιστεί ένα γενικό ρυθμιστικό πλαίσιο, όχι για να αντικαταστήσει ήδη υπάρχουσες κρατικές νομοθεσίες ή άλλους κανονισμούς που λειτουργούν υπέρ της προστασίας του εδάφους αλλά, μάλλον, για να βοηθήσει στο συντονισμό για την εφαρμογή ή/και βελτίωση των ήδη υπαρχόντων κανονισμών. Ήδη συζητείται στην ΕΕ μία πρόταση για μία οδηγία-πλαίσιο για το έδαφος σε σχέση με την προστασία του, τη βιώσιμη χρήση του και τη διατήρηση των λειτουργιών του.